Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Γιωργάκη, Κωστάκη η ύπαιθρος ερήμωσε!

Το πανάρχαιο λιτό εκκλησάκι μέσα στο πάρκο της Βλαχέρνας ήταν ανοιχτό, όμως καντήλι δεν φώτιζε, ούτε υπήρχαν κεριά και παγκάρι. Με ένα σταυρό ξεμπέρδευες, αλλά μέσα σου ένοιωθες πως φεύγοντας, δεν έχεις τιμήσει την Παναγιά. Αυτά πριν σχεδόν ένα μήνα, όταν βρέθηκα στην άκρη της πόλης των Φιλιατρών, για τη μεγαλειώδη συναυλία του Μητσιά. Φεύγοντας, σκέφτηκα πως σύντομα θα επέστρεφα για το κερί και το έκανα το τελευταίο Σαββατοκύριακο.

Τι το’ θελα; Αν και μεσημέρι Σαββάτου, η εκκλησιά ήταν κλειστή, το ίδιο –με διπλό λουκέτο στην κεντρική πύλη- ο ναός του Αγίου Χαράλαμπου, πολιούχου της πόλης. Είπα να καταφύγω στο Δημαρχείο. Ποιο δημαρχείο; Μόνο αμπάρα του έλλειπε στο πίσω μέρος που λειτουργεί είσοδος. Ψυχή δεν υπήρχε να ρωτήσεις, μπας και πληροφορηθείς. Μόνο αλλοδαποί, οι λεγόμενοι και οικονομικοί μετανάστες φαίνονταν εδώ κι εκεί. Άλλοι περνούσαν πλακάκια σε πεζοδρόμιο άδειας καφετέριας, άλλοι έκοβαν και «ντάνιαζαν» ξύλα από γερασμένες ελιές. Μην έχοντας πολλές επιλογές, τους ρώτησα για τα πώς και γιατί αυτής της ερημιάς. Σε σπαστά ελληνικά, κατάλαβα πως δεν θα εύρισκα άκρη. Ένας ιδιοκτήτης ουζερί στην Πλατεία είχε τη λύση:

«Φίλε, τέτοιες ώρες μη ζητάς πολλά»!

Και για να τελειώνει μαζί μου πρόσθεσε:

«Δεύτερο δρόμο αριστερά θα βρεις το αστυνομικό τμήμα. Ρώτα»!

Δεν χρειάστηκε, γιατί ήδη ένας κόμπος πλησίαζε στο καρύδι του λαιμού. Σκέφτηκα: μέσα σε τρεις εβδομάδες, αυτή η πόλη που ήταν πλημμυρισμένη από ζωντάνια και κίνηση, πώς διάβολε κατάντησε έρημη, παραδομένη στα «ξένα χέρια» (ευτυχώς που υπήρχαν κι αυτά, γιατί οι δουλειές θα έμεναν πίσω…)

Και ήταν να ψάχνεσαι για το γεγονός, γιατί τα Φιλιατρά δεν είναι μια πόλη στον ορεινό Νομό Γρεβενών ή κάποιο σημάδι σε άγονη γραμμή, αλλά πλάι στη θάλασσα, δέκα λεπτά από Κυπαρισσία και μισή ώρα από Καλαμάτα. Και με μπόλικο πλούτο, καθότι οι καλλιέργειες (εδώ βγαίνουν τα πάντα!) δεν σταματούν καμία εποχή του χρόνου.

Καταλυτικά λειτούργησε επιτόπιο ρεπορτάζ με ερωτήσεις σε ένα σκυφτό γέροντα, ο οποίος λιαζόταν στο σκαλάκι του σπιτιού του.

«Αγόρι μου, όλοι οι νέοι φεύγουνε, δεν μένει κανένας εδώ να γίνει αγρότης γιατί νοιώθει το Κράτος να του έχει γυρίσει την πλάτη. Κι αν έρχονται τα παιδιά και τα εγγόνια μας λίγες μέρες τον Αύγουστο, το κάνουν επειδή δεν έχουν φράγκα να ξοδέψουν για διακοπές και για να δουν τους παππούδες, που προσέχουν τις περιουσίες τους».

Βέβαια, η ερημιά – Σεπτέμβρη μήνα- των Φιλιατρών δεν διεκδικεί κοπιράιτ στην ελληνική ύπαιθρο. Όλα τα χωριά από το φθινόπωρο ερημώνουν. Και όσοι φεύγουν, το πιθανότερο είναι να μην μπορούν να βρουν δουλειά στην Αθήνα ή να τα βολεύουν μίζερα και περιστασιακά, δουλεύοντας σερβιτόροι ή διανομείς πίτσας κατ’ οίκον!

Άραγε, πώς νοιώθουν οι πολιτικοί άρχοντες, αυτοί που «όλα τα ξέρουν» και που τώρα υπόσχονται να επανιδρύσουν το Κράτος; Διάβασα το πρόγραμμα των 100 πρώτων ημερών του Παπανδρέου. Τόσα «θα», δεν θυμάμαι να είχαν υπαγορεύσει ο πατέρας του και ο παππούς του μαζί. Για τον Καραμανλή Β’, δεν γεννάται ζήτημα, αυτός «μίλησε» με το πενταετές πρόγραμμά του, που βύθισε τα όνειρα της νεολαίας και την προοπτική για σταθερή εργασία και ψωμί.

Μπορεί να μη μίλησε (καθαρά) για τις μίζες πλήθους δικών του στελεχών, όμως –ποιος ξέρει;- όταν βρεθεί μακράν του ταμείου, μπορεί να το κάνει. Έτσι για να εξιχνιάσει έναν περίεργο έως βρώμικο λογαριασμό, που σήμερα απειλεί να τον στείλει κάτω από το «θόλο» της πολιτικής γκιλοτίνας...

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.