Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Κάνε ό,τι πρέπει κι ας γίνει ό,τι θέλει!

Μέσα στην καθημερινή πολιτική μάχη μας για την Πατρίδα και τον Λαό, είναι βέβαιο ότι εκτός από τις χαρές, τις επιτυχίες, τις μοναδικές στιγμές αγωνιστικής ανάτασης, έχουμε βιώσει και αρκετές πίκρες. Όταν λέμε πίκρες δεν εννοούμε βέβαια τα «άσχημα μηνύματα» -για να θυμηθούμε την γνωστή πολιτικάντικη ορολογία- για τα αποτελέσματα κάποιας εφήμερης εκλογικής διαδικασίας. Το Κίνημά μας ποτέ δεν μετρήθηκε σε «κουκιά» και ο Αγώνας μας ποτέ δεν δημοπρατήθηκε στο βωμό των βρώμικων εκλογικών πανηγυριών. Γράψαμε και γράφουμε ιστορία μονάχα με τον ιδρώτα και το αίμα όλων των Αγωνιστών της Χρυσής Αυγής, στις αμέτρητες και μοναδικές στιγμές των αγώνων μας στο πεζοδρόμιο.Αυτή είναι και η διαφορά του Κινήματός μας με τους απλούς «κομματικούς σχηματισμούς» αφού νομικά μπορεί να μην διαφέρουμε, μας έχει διαφοροποιήσει όμως η ίδια η πραγματικότητα. Δεν είμαστε ένα απλό «κόμμα», είμαστε μία Ιδέα που όσο την χτυπούν τόσο δυναμώνει και γι’ αυτό αντέχει στο χρόνο.

Πολλές φορές αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν οι γύρω μου να μην βλέπουν αυτό που βλέπω εγώ, πώς είναι δυνατόν να αφήνουν την Πατρίδα μας έρμαιο στα χέρια εγχώριων προδοτών και ξένων εισβολέων αμαχητί. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη πίκρα, η απογοήτευση κάποιου που βλέπει τα πάντα γύρω του να καταρρέουν και κανένας να μην νοιάζεται. Δεν είναι ανάγκη να ζει κάποιος στις γειτονιές του Αγίου Παντελεήμονα, της Πλατείας Αττικής ή των Πατησίων για να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και να διαισθάνεται πού πάνε τα πράγματα. Ένας λόγος παραπάνω βέβαια να αντιδράσει αν ζει σε αυτές τις κατεχόμενες περιοχές της Αθήνας, όμως για να είμαστε ειλικρινείς προσκυνημένοι και ψοφοδεείς υπάρχουν παντού, από τα σαλόνια της Εκάλης μέχρι τα υπόγεια της Βικτώριας. Η απουσία αγωνιστικού φρονήματος δεν έχει γεωγραφικό ή ταξικό προσδιορισμό. Αυτή άλλωστε είναι η διαφορά μας με τους μπολσεβίκους, το ότι δεν βλέπουμε τα πράγματα μέσα από τα μυωπικά γυαλιά της «ταξικής πάλης» παρά μόνο μέσα από την αποκρυσταλλωμένη πραγματικότητα της Εθνικής συνοχής που οδηγεί στην αναγέννηση. Εξίσου Επαναστάτης μπορεί να είναι ο εργάτης με τον αστό, ο αγρότης με τον γιατρό ή τον καθηγητή πανεπιστημίου αρκεί το κίνητρο που σπρώχνει και τους δύο να είναι η ανιδιοτέλεια και το αποτέλεσμα να μην είναι αυτοσκοπός, κοινώς να μην έχουν να κερδίσουν κάτι παρά μόνο να νιώσουν την μοναδική γεύση του ασυμβίβαστου Αγώνα για την Πατρίδα, με όποιο κόστος.

Μπορεί πρακτικά ο Έλληνας που βιώνει στο πετσί του την εγκληματικότητα των αλλοδαπών να έρθει πιο γρήγορα σ’ εμάς, αλλά θα έρθει από ανάγκη γιατί βλέπει ότι εμείς είμαστε αυτοί που θα του λύσουμε το πρόβλημα. Όσο κι αν αυτό μας βολεύει πολιτικά, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι δεν πρόκειται να γίνουμε σωματοφύλακες κανενός απελπισμένου μικροαστού. Αν επιζητούν προστασία ας απευθυνθούν στους διαφόρους υπουργούς ΠΡΟ.ΠΟ. που εκλέγουν τόσα χρόνια με την ψήφο τους. Δεν θέλουμε πρόσκαιρους χειροκροτητές που μας προσέγγισαν απλώς και μόνο από ανάγκη αλλά συναγωνιστές με Συνείδηση της αποστολής τους.

Πέρα λοιπόν από την δικαιολογημένη απογοήτευσή μας για το ότι είμαστε αριθμητικά «λίγοι» όσοι αντιδρούμε έμπρακτα στην κατρακύλα, εντούτοις δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ουδέποτε ο δρόμος για την Επανάσταση στρώθηκε με ροδοπέταλα. Ήταν πάντοτε τραχύς και δύσβατος και αυτή είναι η πεμπτουσία της Κοσμοθεωρίας του Εθνικοσοσιαλισμού. Μία φράση, βγαλμένη μέσα από Ηρωικές στιγμές της Ιστορίας, συμπυκνώνει το αγωνιστικό πνεύμα που μας διακατέχει: Πιστοί κι όταν όλοι γίνουν άπιστοι!

ΑΛΕΞΗΣ ΛΕΙΒΑΘΙΝΟΣ